4.Β. Αντιμετώπιση Ατυχημάτων

Φωτογραφία: Κρουζιά, Dittrichia viscosa

Το πιο σημαντικό φυτό πρώτων βοηθειών στην ύπαιθρο της Κέρκυρας ήταν η κρουζιά (Dittrichia viscosa). Η κρουζιά είναι άφθονη σε όλα τα χωράφια και είναι το φυτό που ήταν πάντα κοντά όταν συνέβαινε οποιοδήποτε απρόοπτο, τις ατελείωτες ώρες που οι άνθρωποι δούλευαν στα χωράφια. Τα φύλλα γινόταν «μπλάθρι», δηλαδή κατάπλασμα και έμπαιναν σε γρατσουνιές, πληγές και τσιμπήματα εντόμων. Το φυτό ανθίζει το φθινόπωρο και είναι πολύτιμο για τα έντομα, αφού λίγα είναι τα ανθισμένα φυτά αυτή την εποχή.

Φωτογραφία: Κρουζιά, Dittrichia viscosa

Ο Αλέξης Μεθόδιος μου γράφει σχετικά: “Όταν ήταν οι άνθρωποι στα σπίτια τους στο χωριό, αν είχαν καμιά μικροπληγή, έβαζαν πάνω της τη φλούδα από το σκόρδο. Αλλά αν βρίσκονταν στο χωράφι, όπου δεν είχαν φλούδα από σκόρδο, έβαζαν πάνω στην πληγή το φυλλαράκι αυτού του φυτού”. Η χρήση των φύλλων της κρουζιάς στις πληγές ήταν πολύ συνηθισμένη στο παρελθόν και όλοι όσοι μου έχουν μιλήσει για τα γιατροσόφια της Κέρκυρας, όλοι την γνωρίζουν.

Στο σπίτι της φίλης μου Σπυριδούλας Αυλωνίτη, συνήθιζαν να απλώνουν φύλλα κρούζας πάνω από την αποθηκευμένη σοδειά της πατάτας για την καλύτερη συντήρηση της. Τα φύλλα της κρούζας είναι πλούσια σε αιθέρια έλαια, μυρίζουν έντονα και έχουν εντομοαπωθητικές ιδιότητες.

Τα κολλώδη φύλλα της κρουζιάς είναι διάσημα σαν χαρτί τουαλέτας για έκτακτα περιστατικά στην ύπαιθρο. Τέτοια συνέβαιναν συχνά από τα πολλά σύκα, μούρα ή κούμαρα που έτρωγαν κυρίως τα παιδιά καθώς έπαιζαν στα χωράφια, όπως θυμάται η αγαπημένη μου φίλη και συνοδοιπόρησα σε αυτό το ταξίδι στις παραδόσεις της Κέρκυρας, Ελένη Αρμένη.

Πολλές μαρτυρίες αναφέρονται στη χρήση της κρουζιάς για τις αιμορροΐδες. Γνωστή σε όλη τη βόρεια Κέρκυρα ήταν η συνταγή της κυρίας Χριστίνας Τσιριμιάγκου, της κόρης του Χαρίλαου και της Λόπης, όπως συστηνόταν συνήθως η ίδια. Έτυχε να μιλήσω με πολλούς που μου ανέφεραν ότι όταν είχαν πρόβλημα με τις αιμορροΐδες, ρωτούσαν την κυρία Χριστίνα τι να κάνουν. Όχι μόνο στο χωριό της τις Σινιές, αλλά και από άλλα χωριά της βόρειας Κέρκυρας. Η περιγραφή είναι από την κυρία Ρούλα Χειρδάρη από την Περίθεια και σύμφωνα με αυτή, η κυρία Χριστίνα χτυπούσε φύλλα κρούζας με ξύδι στο γουδί και τα έκανε κατάπλασμα για τις αιμορροΐδες.

Μία άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία έφθασε σε μένα από τη Μαίρη Βαρσάκη. Ένας ιερέας συμβούλεψε κάποτε, μία κυρία που υπέφερε από τις αιμορροΐδες της, να μαζέψει μπόλικη κρουζιά, να γεμίσει μία μεγάλη λεκάνη με το τσάι και να κάτσει μέσα σε αυτό, όσο πιο πολύ μπορεί. Είναι η πρώτη καταγραφή στην Κέρκυρα, μίας τεχνικής παρόμοιας με τα λεγόμενα στο εξωτερικό Sitz Baths.

Το κόκκαλο της σουπιάς δεν σχετίζεται φυσικά με τα φυτά αλλά το συμπεριλαμβάνω γιατί το κύριο ενδιαφέρον μου είναι η αυτάρκεια και η δυνατότητα των «παλιών» να βρίσκουν ότι χρειάζονται στη φύση.

Φωτογραφία: Κόκκαλο σουπιάς

«Τρίβαμε το κόκκαλο της σουπιάς και το χρησιμοποιούσαμε σαν αντισηπτική σκόνη για τις πληγές των ζώων.»

Μαρία Φαϊτά

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας χρησιμοποιούσαν το κόκκαλο της σουπιάς με παρόμοιο τρόπο για πληγές ανθρώπων και ζώων. Επίσης, άπλωναν τη σκόνη στα δόντια και στα ούλα όταν είχαν πρόβλημα. Όλα τα μέρη της σουπιάς (μελάνι, σάρκα, αυγά και κόκαλο) χρησιμοποιήθηκαν θεραπευτικά από την αρχαιότητα και η πιο γνωστή χρήση σήμερα είναι το ομοιοπαθητικό φάρμακο Sepia.

Ο κύριος Νίκος Βασιλάκης από τους Γιαννάδες, μου έστειλε κάποτε φύλλα από ένα φυτό που έβαζαν επάνω σε πληγές με πύον ή σε διασσόνους και το ονόμαζαν Θρεφτόχορτο. Με πολύ χαρά αναγνώρισα το φυτό ως Στάχυ, Stachys sp., ένα φυτό που αγαπήθηκε πολύ στην αρχαιότητα, αλλά η χρήση του ξεχάστηκε την εποχή του Μεσαίωνα. Η πιο κοινή χρήση του Στάχυ στο παρελθόν ήταν στις πληγές από μεταλλικά όπλα στις μάχες της αρχαιότητας.

Φωτογραφία: Στάχυς, Stachys sp.

Η κυρία Νίτσα Δαφνή μοιράστηκε κάποτε μαζί μας την παρακάτω ιστορία:

«Όταν ήμουν 4 χρονών, πίσω από τη μητέρα μου που έτρεχα, έπεσα και χτύπησα. Χτύπησα το πόδι μου που πρήστηκε. Η μητέρα μου με πήρε στη Μπενίτσα, όπου είχε γνωστές. Εκεί, η νουνά μου της είπε για αυτό το χόρτο που το τσιγάριζες στο τηγάνι, το σούρωνες λίγο και χλιαρό όπως ήταν, μου άλειφε το πόδι. Στις 10 μέρες, ξύπνησα ένα πρωί και είχαν γεμίσει τα σεντόνια και το στρώμα με πύον. Είχε ανοίξει το πόδι μου και είχε καθαρίσει. Η μητέρα μου, για να καθαρίσει καλύτερα, έβαζε ένα φύλλο καρυδιά και το έδενε για να μη μολυνθεί. Όταν καθάρισε τελείως, το άλειφε με λάδι φαγητού μέχρι που έκλεισε μόνο του.

Όταν έγινα 11 χρονών, είχα πάει στους Αγίους Δέκα στο θείο μου. Από εκεί κατέβηκα στην Κρησίδα, όπου το ποτάμι είχε τότε πολύ νερό. Αντί να πάω από το δρόμο, μπήκα μέσα στο ποτάμι. Το νερό ήταν παγωμένο και το βράδυ πρήστηκε πάλι το πόδι μου, κοκκίνισε και η μητέρα μου άρχισε να ανησυχεί. Άρχισε να μου το τρίβει με αυτό το λάδι. Άνοιξε το πόδι σε πολύ λίγο χρόνο και σύντομα δεν είχε μείνει σημάδι.»

Η κυρία Νίτσα δεν θυμόταν το όνομα του φυτού αλλά ήξερε που να το βρει μέσα στην παλιά πόλη, όπου κάποτε ήταν πολύ κοινό. Μας το έφερε και τελικά, το φυτό αναγνωρίστηκε σαν Επαζότε, Dysphania ambrosoides από τον Christian Gilli, βοτανολόγο του Πανεπιστημίου της Βιέννης.

Φωτογραφία: Επαζότε, Dysphania ambrosoides

Ο Σπύρος Μεταλληνός από τον Άγιο Βασίλη περιέγραψε πως η οικογένεια του έβρισκε κάθε χρόνο μία Αλεποπορδή, Lycoperdon pyriforme και τη φύλαγε σε ένα συρτάρι για να είναι διαθέσιμη για τα εγκαύματα. Οι σπόροι του μανιταριού αυτού έχουν αντιμικροβιακές ιδιότητες και στην κυρίως Ελλάδα, ήταν πολύ συνηθισμένο να την έχουν πάντα οι βοσκοί στο ταγάρι τους. Ήταν ένα από τα βότανα που χρησιμοποιούσαν σε τραυματισμούς, δικούς τους ή των ζώων τους. Οι σπόροι της Αλεποπορδής δημιουργούσαν μία κρούστα που σφράγιζε την πληγή ενώ οι αντιμικροβιακές της ουσίες εμπόδιζαν την ανάπτυξη αναερόβιων μικροβίων.

Κάθε χρόνο άλλαζαν το παλιό μανιτάρι με καινούριο, αν δεν το είχαν χρησιμοποιήσει.

Φωτογραφία: Αλεποπορδή, Lycoperdon pyriforme

Η κυρία Βασιλική Κοσκινά σχολίασε σε σχετική ανάρτηση μου στο διαδίκτυο:

«Και η μάνα μου το έκανε. Μάζευε πολλά και τα έκανε αλοιφή. Μάζευε τη σκόνη και την ανακάτευε με λάδι και έβαζε πάνω στα καψίματα.»

Η Σία Μπάνου από την Κληματιά θυμάται ότι στο χωριό της χρησιμοποιούσαν τους σπόρους της Αλεποπορδής για τις χιονίστρες.

Το συκόγαλο ήταν το πιο συχνό γιατροσόφι για τα τσιμπήματα των εντόμων. Μεγάλο βάρος δινόταν όμως στην πρόληψη έτσι ώστε, να είναι όλοι προστατευμένοι από τους σκορπιούς και άλλα δηλητηριώδη έντομα που ήταν άφθονα στα πέτρινα σπίτια της εποχής. Οι περισσότεροι από όσους μίλησα, θυμούνται τη μητέρα τους να ψήνει σκορπιούς ή κεντρίνες στο τηγάνι μέχρι να χάσουν όλα τα υγρά τους, να τους κάνει σκόνη στο γουδί και να τους βάζει στο τσάι τους. Αυτό ήταν το «σκούρμο» και η δόση για κάθε παιδί ήταν ένας ολόκληρος σκορπιός. Όλη η γειτονιά γνώριζε ποια παιδιά είχαν πάρει το «σκούρμο» και ποια όχι, γιατί αυτή ήταν σημαντική πληροφορία για την ασφάλεια τους.

Πολλοί που τσιμπήθηκαν από σκορπιό και είχαν πάρει το «σκούρμο» σε μικρή ηλικία αναφέρουν ότι η αντίδραση του οργανισμού τους ήταν ανάλογη ενός τσιμπήματος  μέλισσας χωρίς επιπλοκές.

Η Ελένη Ζούμπου αναφέρει ότι η νόνα της τσιγάριζε τον σκορπιό στο λάδι και έδινε στο κάθε παιδί να πιεί μία κουταλιά από το λάδι αυτό.

Το «σκούρμο» το έπαιρναν όλοι μία φορά στη ζωή τους, είτε ήταν σε λάδι είτε σε σκόνη.

Σε άλλες περιγραφές, ο σκορπιός έμπαινε ζωντανός μέσα στο λάδι και απελευθέρωνε το δηλητήριο του καθώς πνιγόταν μέσα σε αυτό. Το λάδι αυτό το χρησιμοποιούσαν για τοπική επάλειψη στην περιοχή του τσιμπήματος.

Η πρακτική αυτή που είναι ακόμα ζωντανή σε πολλά χωριά της Κέρκυρας περιγράφεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που την άκουσα επανειλημμένα κι εγώ, στο βιβλίο του Gerald Durrell «Η οικογένεια μου και άλλα ζώα».

Στην Κέρκυρα υπάρχουν τρία είδη σκορπιών. Ο ενδημικός Euscorpius corcyraeus, ο Euscorpius italicus και ο Mesobuthus gibbosus.

Τα παλιά τα χρόνια στην Κέρκυρα κράταγαν πάντα στο συρτάρι ένα φιδόντεμα. Όταν υπήρχε ανάγκη, το έτριβαν να γίνει σκόνη και το τσιγάριζαν στο λάδι.

Για το λάδι αυτό άκουσα πρώτη φορά από τον κ. Σπύρο Μεταλληνό από τον Άγιο Βασίλη. Μου είπε ότι το χρησιμοποιούσαν για διάφορα δερματικά προβλήματα, ειδικά μολύνσεις στα πόδια από το περπάτημα ξυπόλητοι.

Η Αριστέα Μεταλληνού από την ίδια περιοχή μου επιβεβαίωσε την παραπάνω χρήση και συμπλήρωσε ότι όλοι όσοι δούλευαν στην οικοδομή, κρατούσαν πάντα ένα φιδόντεμα στο σπίτι. Όταν χτυπούσαν στη δουλειά με κάποιο μεταλλικό αντικείμενο, το τσιγάριαζαν στο λάδι και το έβαζαν στην πληγή γιατί πίστευαν ότι προλαμβάνει τον τέτανο.

Δεν έχω ιδέα αν αυτό το πίστευαν για λόγους που είχαν να κάνουν με όσα συμβολίζει το φίδι στον πολιτισμό μας ή υπάρχει κάποια ρεαλιστική βάση σε αυτό. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι το φίδι χρησιμοποιείται επί αιώνες στην κινέζικη ιατρική για τη θεραπεία του τέτανου.

Ένα άλλο φυτό, χρήσιμο στις πρώτες βοήθειες, ήταν το Πετροκαύκι, Umbilicus rupestris. Κατά τη γνώμη μου, η χρήση του ήταν ανάλογη με τη σημερινή χρήση της αλόης. Είναι ένα μαλακτικό-ενυδατικό φυτό και οι ζουμεροί βλαστοί και τα φύλλα του γινόταν κατάπλασμα για εγκαύματα και δερματικά προβλήματα, κυρίως για αυτά που είχαν φλεγμονώδη χαρακτηριστικά.

Φωτογραφία: Πετροκαύκι, Umbilicus rupestris

Τα προβλήματα στα δόντια είναι ίσως, ο μεγαλύτερος εφιάλτης για τους ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση στον οδοντογιατρό. Δυστυχώς, είχα την ευκαιρία να το βιώσω από κοντά στη δουλειά μου με τους πρόσφυγες και μετανάστες. Οι άνθρωποι που ξέρουν ότι δεν θα έχουν τη δυνατότητα βοήθειας επιλέγουν συνήθως, να βγάλουν ένα δόντι που είναι πιθανόν να προκαλέσει πρόβλημα.

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους με τους οποίους μίλησα, θυμούνται τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους να χρησιμοποιούν τη σκάρφη ή ελλέβορο, Helleborus cyclophyllus για τα δόντια.

Φωτογραφία: Ελλέβορος, Helleborus cyclophyllus

Συνήθως, έκαναν τσάι ένα κομματάκι της ρίζας και με αυτό έκαναν μπουκώματα από την πλευρά του χαλασμένου δοντιού. Το τσάι δεν το κατάπιναν. Το κρατούσαν για αρκετή ώρα στο στόμα και μετά, το έφτυναν. Μετά από λίγο, το χαλασμένο δόντι έπεφτε. Οι περισσότεροι μου έχουν μεταφέρει ότι η συχνή χρήση της σκάρφης χάλαγε και τα υπόλοιπα δόντια, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι επηρέαζε μόνο αυτά που είχαν πρόβλημα.

Φωτογραφία: Ελλέβορος, Helleborus cyclophyllus

Ο ελλέβορος είναι ο γνωστός αγλέορας ή αγλέουρας. Η φράση “έφαγε τον αγλέορα” σημαίνει ότι έφαγε τόσο πολύ που θα έτρωγε ακόμα και τον τοξικό ελλέβορο!

Οι πτώσεις και τα  ατυχήματα που προκαλούσαν βλάβες στο μυοσκελετικό σύστημα, ήταν φυσικά πολύ συνηθισμένα. Τα στραμπουλήγματα αντιμετωπιζόταν συνήθως στο σπίτι.

«Έλεγε λοιπόν η νόνα μου, όταν υπήρχε στραμπούληγμα… έπαιρνε κρασί κόκκινο, μπαγιάτικο ψωμί… το έβαζε μέσα και το έβραζε μαζί. Αυτό μειωνότανε, έστυβε το ψωμί, το ‘βγαζε, έβαζε και ρίγανη. Και αυτό όλο το έκανε κατάπλασμα πάνω σε πετσέτα και το έδενε γύρω από το πόδι. Ισχυριζόταν λοιπόν ότι την άλλη μέρα, δεν ήξερες μία…»

Ελένη Ζούμπου

« Υπάρχει μία κυρία στο χωριό που κάποτε στραμπούληξε το πόδι της. Ήταν πολύ πρησμένο και δεν μπορούσε να το πατήσει. Ένας παππούς που λεγότανε Μπολέτσης… ήταν δάσκαλος κάποτε αυτός… της είπε για να ξεπρηστεί άμεσα, θα χτυπήσει Λάγκαρο… αυτό, την Κουφοξυλιά… φύλλα και δροσερά κλαδάκια, όσο γίνεται τα πιο μικρά και μαλακά κλαδιά του δένδρου… σαν πολτό και το βάζει επάνω με μία γάζα. Το πρωί είχε ξεπρηστεί. Και το λέει συνέχεια…»

Αγάθη Συριώτη-Καραβίδη, Λούτσες

Φωτογραφία: Φλοιός Σαμπούκου, Sambucus nigra

Η χρήση του φλοιού και των φύλλων του Σαμπούκου για τα στραμπουλήγματα είναι κοινή σε πολλούς πολιτισμούς και με χαρά τη συνάντησα και στην Κέρκυρα. Συνήθως, συνδυάζεται με την Αχιλλέα, την οποία ακόμα δεν έχω βρει άγρια στο νησί.

Τα σπασίματα ήταν δουλειά εξειδικευμένων θεραπευτών, οι οποίοι μάθαιναν την τέχνη από τους γονείς τους.

Συνήθως, ψηλάφιζαν το γερό μέλος και το σύγκριναν με το σπασμένο για να καταλάβουν τη ζημιά που είχε γίνει. Έφερναν σιγά σιγά τα κόκκαλα στη σωστή τους θέση και τα ακινητοποιούσαν με ένα κατάπλασμα από τριμμένο πράσινο σαπούνι, ούζο και ασπράδι αυγού. Το κατάπλασμα σκλήραινε καθώς ξεραινόταν και γινόταν σαν το γύψο. Αν χρειαζόταν ακόμα μεγαλύτερη ακινησία, έδεναν καλάμια από πάνω. Μετά από δέκα μέρες, έσπαγαν το κατάπλασμα και έλεγχαν ψηλαφώντας, αν έχει δέσει το κόκκαλο. Έπλεναν το χέρι ή το πόδι με χλιαρό νερό και πράσινο σαπούνι και έκαναν μασάζ με ελαιόλαδο. Αν όλα είχαν πάει καλά, ο ασθενής συνέχιζε στο σπίτι το πλύσιμο με χλιαρό σαπουνόνερο και το μασάζ με λάδι για άλλες δέκα μέρες. Αν το κόκκαλο δεν είχε κολλήσει, έφτιαχναν καινούριο κατάπλασμα και κρατούσαν το μέλος σε ακινησία για μερικές μέρες ακόμα.

Η παραπάνω περιγραφή μου δόθηκε από τη Μαρία Φαϊτά, η οποία σαν παιδί έμενε απέναντι από την κυρία Μαρίκα Μεταλληνού στον Άγιο Βασίλη και συνήθιζε να την παρακολουθεί όταν δούλευε. Οι θεραπείες αυτές γινόντουσαν στον δρόμο έξω από το σπίτι και έτσι, είχε εύκολα τη δυνατότητα αυτή. Η Μαρία ήταν ιδιαίτερα παρατηρητική ως παιδί και έχει ένα ιδιαίτερο ταλέντο να θυμάται με ακριβείς λεπτομέρειες αυτά που περιγράφει. Είμαι σίγουρη ότι αν ζούσε σε άλλη εποχή θα ήταν και η ίδια, μία εξαιρετική θεραπεύτρια!

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on pinterest
Pinterest
Share on email
Email